Μῆτις+Πανόπτης=
μῆτις, ἡ (*μάω), γεν. -ιος, Ἀττ. -ιδος ·
Ι. ἡ συμβουλευτικὴ ἱκανότητα, σοφία, συμβουλή, πανουργία, δόλος · σε Ὅμ., Αἰσχύλ. · μῆτιν ὑφαίνειν ·
ΙΙ. πληροφορία, σχέδιο, ἐπιχείρηση · σε Ὅμ.
πάν-όπτης, -ου, ὁ (ὄψομαι) ·
αὐτὸς ποὺ βλέπει τὰ πάντα · λέγεται γιὰ τὸν Ἥλιο, σε Αἰσχύλ. · λέγεται γιὰ τὸν βοσκὸ Ἄργο, σε Εὐρ. ·
κάποια μάτια πάντοτε ἀνοιχτά, οὐδέποτε κοιμᾶται.